- αεριαγωγός
- οσωλήνας με τον οποίο διοχετεύεται αέριο.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
αεριαγωγός — ο τεχνολ. αγωγός μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου ή άλλου αερίου καυσίμου. Οι αεριαγωγοί κατασκευάζονται σήμερα από χάλυβα, αντί τού μολύβδου που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα … Dictionary of Greek
αέριος — (4oς αι. μ.Χ.).Αιρετικός, φίλος του Ευσταθίου, τον οποίο αργότερα κατασυκοφάντησε με αφορμή τη χειροτονία του σε μητροπολίτη. Ο Α., προφανώς εξαιτίας του φθόνου του για τον Ευστάθιο, δίδασκε ότι το αξίωμα του επισκόπου είναι περιττό και,… … Dictionary of Greek